8/12/13

Καλά μαντάτα από την Αντάκρη!

Με χαρά σας παρουσιάζω ένα μικρό διαφημιστικό βιντεάκι για τους Γιους της Αριζάν. Το τραγούδι που ακούγεται ονομάζεται Φτερωτή φωτιά, και αναφέρεται σε ένα θρυλικό γεγονός που έλαβε μέρος πριν 850 χρόνια στην Ανατολική αυτοκρατορία της Λοσάντριας. Το έγραψα και το τραγούδησα για τις ανάγκες του βίντεο.
Στο καινούριο εξώφυλλο και γενικότερα στη σειρά από εδώ και πέρα θα φαίνεται το όνομά μου και όχι το ψευδώνυμο. Ο Μενεστρέλ του Μιραβάλ φυσικά είναι και θα είναι ο αφηγητής της ιστορίας, καθώς και ένας απ' τους κεντρικούς χαρακτήρες της (αν και ακόμη είμαστε πολύ μακριά απ' τον να τον δούμε εν δράσει)
Τέλος θα ήθελα να ζητήσω συγγνώμη απ' τους αναγνώστες μου που δεν μπορώ να ανανεώνω συχνά το περιεχόμενο του blog. Ο χρόνος μου είναι πολύ περιορισμένος αυτόν τον καιρό καθώς ασχολούμαι με πολλά πράγματα ταυτόχρονα. 
Για το μέλλον και με την ευκαιρία της έκδοσης του νέου βιβλίου έχω θέσει ως στόχο να ανανεωθεί εντελώς, όχι μόνο το blog, αλλά όλο συνολικά το διαδικτυακό κομμάτι που αφορά τη σειρά ''Τα Χρονικά της Αντάκρης''. Υπάρχει μαζεμένο, εδώ και χρόνια πολύ υλικό, από concept art, χάρτες, τραγούδια έως και φωτογραφίες, σημειώσεις, χρονολόγια, επεξηγήσεις και πληροφορίες που σίγουρα θα ενδιαφέρουν όλους τους αληθινούς Αντακριανούς και Αντακριανές. 
Με τις θερμότερες ευχές μου

ΚΖ  

21/4/12

Χρόνια πολλά σε όλους τους φίλους και τις φίλες της Αντάκρης!
Πάνε τρία ολόκληρα χρόνια απ' την πρώτη κυκλοφορία του βιβλίου η Μάγισσα του Μπιλθόρ. Αποφασίσαμε με τον εκδότη, ότι είναι καλός καιρός πλέον το βιβλίο να βγει σε προσφορά, ώστε τα λίγα αντίτυπα που έχουν μείνει να πωληθούν ευκολότερα. Από δω και πέρα η Μάγισσα θα κοστίζει μόλις 5€, μέχρι να εξαντληθεί το απόθεμα. Κατόπιν το βιβλίο θα επανακυκλοφορήσει με ανανεωμένο εξώφυλλο και καινούρια εμφάνιση, πιθανώς «παρέα» με το πολυαναμενόμενο δεύτερο βιβλίο της σειράς, τους Γιους της Αριζάν. 

22/1/12

Ενημέρωση για τους Γιους της Αριζάν!

Για όλους τους φίλους των Χρονικών της Αντάκρης, με χαρά σας ενημερώνω πως εχθές ολοκληρώθηκε το editing της πρώτης ογκώδους ενότητας του δεύτερου βιβλίου της σειράς με πιθανό τίτλο «Οι Γιοι της Αριζάν». Μένουν ακόμη δύο που δίνουν ένα τελικό page count των 450+. Εκτός του κειμένου προέκυψαν επίσης ένας λεπτομερής χάρτης της πόλης Νελ-Όντιελ καθώς και μερικά ακόμη τοπογραφικά καλούδια που θα σας χαρίσουν μία πιο εμβριθή άποψη της Αντάκρης.
Στο δεύτερο βιβλίο θα γνωρίσουμε, εκτός των άλλων, τους κυρίαρχους Οίκους της Δύσης. Τον στρατηγό Αστόριους του Μιραβάλ και όλα τα στρατιωτικά τάγματα που φυλούν αιώνες τώρα τη Μεγάλη Πόλη. Θα έρθουμε σε επαφή με την ομάδα δράσης του Σερ Λίαν που είναι το αντίπαλον δέος των ηρώων του Ένατου Αηδονιού, και μισούν ιδιαίτερα τον Τίμοθυ Πάρκερ (και έχουν στην κατοχή τους τον Πολυχάρτη βεβαίως βεβαίως). Θα μπούμε στα ενδότερα της Λέσχης Ονειροβατών Αθήνας και θα κατέβουμε στην υπόγεια πόλη των Νόκερ, την Ανκάλιαντ.
Πιστεύω ότι με τον ρυθμό που εργάζομαι τώρα, το βιβλίο θα είναι έτοιμο για εικονογράφηση και προεκδοτική επιμέλεια μέχρι τις αρχές Μαρτίου. Ως τότε, υγεία, ευτυχία και φιλαναγνωσία. Σας φιλώ!!!!

18/6/11

Η Σκιά και το Κακό στα Χρονικά της Αντάκρης

Ως συγγραφέας, συνεχώς διαβάζω και ξαναδιαβαζω τις σημειώσεις για το magnum opus μου, που είναι -όπως ίσως πολλοί ήδη γνωρίζετε- τα Χρονικά της Αντάκρης. Το βιβλίο αυτό πρόκειται να επεκταθεί σύντομα από μία δεύτερη προσθήκη κι από ακόμη περισσότερες στο μέλλον. (τα παλιά σχέδια για εξαλογία έχουν εγκαταλειφθεί, μιας και το βιβλίο αποδεικνύεται συνεχώς πολύ μεγαλύτερο και μάλλον έξι μέρη δε θα το χωρέσουν ικανοποιητικά.)

Μέσα απ' τις κυριολεκτικά χιλιάδες σελίδες σημειώσεων, αντλώ εκτός των άλλων και το υλικό που συνθέτει το απόλυτο Κακό στο έπος της Αντάκρης. Ένα προϋπάρχον, αλλά και τελικό Κακό. Αν δεν υπήρχε το Κακό άλλωστε, τί κίνητρο θα είχανε οι προφητείες, οι περιπέτειες των ηρώων και ο αγώνας της Ευγενίας, του Τίμοθυ και της Κίρσι; Όλοι θα ζούσανε ευτυχισμένοι και το βιβλίο θα λεγότανε Πολυάννα - με λίγα μαγικά και χαρούμενα πλάσματα (πιθανώς).

Αρκετοί φίλοι, αναγνώστες, κριτικοί έχουν αναφέρει σε συζητήσεις, πως η φιγούρα του Κακού (ή όπως θα λέγαμε χρησιμοποιώντας λίγο πιο τεχνική ορολογία, το αρχέτυπο της Σκιάς) στο βιβλίο, δεν είναι ευδιάκριτη. Στη Μάγισσα του Μπιλθόρ για παράδειγμα έχουμε με τη σειρά που εμφανίζονται, τον Νυχτοπόρο που κατατροπώνει την Ελεονώρα απ' την εισαγωγή κιόλας και φαίνεται σαν να είναι αυτό το προϋπάρχον και τελικό Κακό, την απαράδεκτα μικροπρεπή θεία Άννα Βασιλικού, τους Πραίτορες του σκότους, και φυσικά την ίδια τη Μάγισσα του Μπιλθόρ με το μεγαλεπίβολο σχέδιό της, να υποδουλώσει τις νεράιδες του Αιθέριον. (σε αναλογία με αυτό που προσπαθεί να κάνει ο Δρακουμέλ στα Στρουμφάκια, όμως με πολύ πιο σκοτεινο, μεγαλομανιακό και αρκετά λιγότερο χιουμοριστικό, τρόπο.)

Ποιό το κίνητρο του απολύτως Κακού συνολικά στα Χρονικά; Αν κάποιος έχει διαβάσει το βιβλίο, είναι πιθανό να έχει ήδη διαμορφωμένη την άποψή του και θα μ' ενδιέφερε πολύ να την ακούσω...




Η εικόνα ειναι του Μάνου Λαγουβάρδου
(καλλιτεχνικά προσχέδια 2011, τα Χρονικά της Αντάκρης - Οι Γιοί της Αριζάν)

5/9/10

Ένα κι ένα γράμμα που δεν περίμενε. (Απ' τους Γιους της Αριζάν)

Η Ευγενία τότε συνειδητοποίησε πόσο της είχε λείψει να είναι αυτό ακριβώς. Ένα παιδί… που δεν ξέρει τίποτα για όλ’ αυτά… που δεν έχει ιδέα για την Αντάκρη. Που γι’ αυτήν οι μάγισσες είναι ένα παραμύθι, μια ιστορία πριν τον ύπνο και τίποτε άλλο. Αλίμονο… Ένα ταξίδι είχε αρχίσει και το που θα κατέληγε, της ήταν άγνωστο…
Άγνωστο...
άγνωστο...
άγνωστο…
«Άγνωστο!» είπε δυνατά η κοπέλα
«Άγνωστο;» ρώτησε απορημένα ο Θωμάς και την κοίταξε στα μάτια.
«Δεν είχες να κάνεις κάτι Θωμά;» προσπάθησε ν' αλλάξει την κουβέντα.
«Ναι, βέβαια, πάω να ξεπλυθώ…» είπε ο Θωμάς μ' ένα ίχνος απογοήτευσης Φεύγοντας κοντοστάθηκε χωρίς να γυρίσει. «Συγγνώμη, αν είμαι ποτέ αδιάκριτος… Ανησυχώ για σένα, αυτό είναι όλο. Δεν θέλω να πάθεις τίποτα κακό…»
Υπήρχε κάτι σκιερό στα λόγια του αντιλήφθηκε αμέσως η Ευγενία. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Θωμάς είχε αποδειχτεί διαισθητικός στο παρελθόν. Το τηλέφωνο που της είχε δώσει από ένα απλό προαίσθημα στο νοσοκομείο της είχε φανεί πολύ χρήσιμο. Ακόμη και το γεγονός ότι ήταν αυτός που την ειδοποίησε για το πολύ μυστήριο χαμό της μητέρας της φάνταζε σαν ένα παιχνίδι της μοίρας τώρα. Του χρωστούσε τόσα πολλά και την έθλιβε αφάνταστα που δεν μπορούσε να του μιλήσει και να του εξηγήσει ανοιχτά την αλήθεια…
Υπομονή Ευγενία Βασιλικού κάθε πράγμα στην ώρα του και υπάρχει μια ώρα για κάθε πράγμα. Σκέφτηκε παρηγορητικά και άνοιξε τον φάκελο.
Ήταν ένα διπλωμένο χαρτί. Ένα πολύ όμορφο απαλό γκρίζο κομμάτι σαμουά με γαλάζια νερά. Τυπωμένο από τη μία μεριά ήταν ένα φαντεζί λογότυπο με πάμπολλες πατούρες και καλλιγραφημένο σε σημείο που προκαλούσε ζαλάδα αν το κοιτούσες για ώρα. Το κείμενο έγραφε.

Είστε πράσινο ξωτικό ή μάγος (οποιασδήποτε συνομοταξίας),
Έχετε πρόβλημα με την Αναπακτή σας ή σας βασανίζει κάποιος Παράξενος Ελκυστής;
Γιορτάζει κάποιος ‘κρυμμένος’ στο σπίτι σας και θέλετε να του κάνετε κάποιο δώρο;
Έχετε πρόβλημα με τους απέθαντους ή έχουν αυτοί μαζί σας;
Θυμάστε που και που τις νεράιδες σας; (Αυτές σας θυμούνται σχεδόν πάντα!)
Δεν βρίσκετε τις νεότερες και πιο ‘ιν’ χούπελαντ που θα φορεθούν αυτόν τον χειμώνα;
Μήπως εν τέλει είστε Ονειροβάτης;

Ελάτε γρήγορα και επωφεληθείτε απ’ τις προσφορές μας (μέχρι εξαντλήσεως των αποθεμάτων) στην…

Τουονέλα

Είδη δώρων απ' την Αντάκρη
και άλλα…

κα Στέλλα

Οδός Λήθης 3


Πιο κάτω στο κέντρο του χαρτιού ήταν τυπωμένο το σχέδιο ενός περίτεχνου κλειδιού, σαν αντίκα με τρεις γλώσσες και οβάλ κεφάλι. Η Ευγενία είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα. Άρχισε να περιεργάζεται την παράδοξη μπροσούρα. Το χαρτί είχε ένα χειρόγραφο σημείωμα με πράσινο μελάνι στο πίσω μέρος.

«Τα τρία δαχτυλίδια στην πέτρα χαραγμένα
Βρες την πέτρα και τα τρία ξακουσμένα
Τα τρία δαχτυλίδια ξέχωρα κι ενωμένα
Σπάσε το ένα και δεν μένει πια κανένα»


«Να πάρει…» μονολόγησε σιγανά η κοπέλα και δίπλωσε το χαρτί. Άρχισε να χτυπάει τα μπροστινά της δόντια με το δείκτη της, ενώ το μυαλό της γύριζε με δεκάδες στροφές το δευτερόλεπτο

7/4/10

Προδημοσίευση απ' τους «γιούς της Αριζάν». Το επερχόμενο βιβλίο της Αντάκρης!


Δέσμια Νελ Όντιελ



Ήταν πολύ δύσκολο για τον Κόρβους Γκριμ, τον πλανόδιο και διαβόητο μικροπωλητή ξαφνικών εκρήξεων και άλλων εξίσου περίεργων αντικειμένων, να περπατά χωρίς μπαστούνι τα βράδια. Μουρμούριζε ακαταλαβίστικα και τα δυο του γυάλινα μάτια λαμπύριζαν ύποπτα στο αργυρόλευκο φως της Φεάλια που είχε ήδη σκαρφαλώσει στην κορυφή του ουρανού. Βήμα βήμα, σέρνοντας το ένα πόδι του και κουράζοντας υπερβολικά το άλλο, χώθηκε στη σκιά ενός μαντρότοιχου, ξεφυσώντας σαν τρένο.

Μέσα στο σκοτάδι και από μία απόσταση οι δύο άνθρωποι έμοιαζαν με καρικατούρες χαραγμένες πάνω στη λεία επιφάνεια της βαλασταριανής πέτρας.

Ο άλλος ήταν κρυμμένος στις σκιές. Ίσα ίσα διέκρινες το καπέλο του και τη χούπελαντ με τα μακριά επιβλητικά μανίκια που σχεδόν άγγιζαν το λιθόστρωτο.

«Ρίκας, μάε φίλιελ»

«Ρίκας…. Ρίκας… ανόητε!» γρύλισε ο Γκριμ. «εσύ και τα σχέδια σου για το καλύτερο αύριο… Εσταμαρίν και σια! Μπα! Ας γελάσω… Βαδίζετε στο θάνατο, αν ρωτήσεις εμένα.» έκρωξε ο Γκριμ περιπεκτικά.

«Πασιέντσα φίλε μου, έτσι δε λένε στη γη σου; Υπομονή!» κάτι αρχοντικό υπήρχε στη φωνή του ανθρώπου που και μες απ’ τις σκιές ανέδυε ένα άδηλο φως. «Πουλμοριέλα, λέγανε στη Λουξ Ορτένια, καλύτερες μέρες θα ’ρθουν...» ψέλλισε η φιγούρα με το μανδύα και έπεσε σε ονειρικές σκέψεις.

«Έλα στα συγκαλά σου «Λοσαντριανέ»! Η χώρα σου πέθανε… κοράκια τώρα τραγανίζουν τα σωθικά της. Ποτάμιοι και νομάδες, ζήτουλες κάθε λογής. Πειρατές! Λήσταρχοι! Και... μη θαρρείς πως οι άρχοντες των ξανθών δεν την καλοβλέπουν. Έχω περάσει κι από κείνα τα μέρη. Ξέρω τι ζημιές προξενεί ο Σταχτής Στρατός στον Βόριλ τον Αρχοντόφαιο και στα βρωμοχώρια του. Δε θέλει πολύ ακόμη για να αποφασίσει τη μαζική μετακίνηση του λαού του σε μέρη ασφαλέστερα και πλουσιότερα.» τα μάτια του Γκριμ έλαμψαν στο μισόφωτο σαν καλογυαλισμένα μαχαίρια.

«Μη θαρρείς πως είμαι τυφλός, Γκριμ. Ή ότι η Αντίσταση αγνοεί αυτά που λες. Βλέπω τι συμβαίνει στην πατρίδα μου. Ξέρω τι σόι άνθρωποι είναι οι Ποτάμιοι. Και αυτό με θλίβει αφάνταστα. Μην προσβάλεις, ωστόσο τους προγόνους μου. Αλλιώς θα ξεχάσω το παλιό συμβόλαιο και ίσως τα πράγματα μεταξύ μας αλλάξουν δραματικά.» η φωνή μπήχτηκε στα αυτιά του γυρολόγου σαν βελόνα.

«Τι… τι θες να πεις;»

«Πως είναι η κοπέλα;»

«Ποια απ’ τις δυο;» ρώτησε πονηρά ο Γκριμ. «η ομορφούλα ή η ατίθαση;»

«Μη σου μπαίνουν σκέψεις… Η πριγκίπισσα.»

«Ωω, μα φυσικά, η κορούλα της Ελεανόρ… καλά μου φάνηκε. Αρτιμελής...» η φωνή του ακούστηκε επικίνδυνα βλοσυρή και αργόσυρτη.

«Πρόσεξε καλά, Κόρβους. Ξέρω τι κακίες έχεις πράξει στο παρελθόν… Αν μάθω το παραμικρό, το ελάχιστο, το οτιδήποτε επιλήψιμο για τη συμπεριφορά σου απέναντι τους, θα σε κυνηγήσω. Θα σε βρω όπου και να πας. Ακόμη και μέχρι στις σκιές των Εσχατιών αν κρυφτείς θα σε ξετρυπώσω και θα σε σφάξω σα γουρούνι.»

«Μεγάλα λόγια, για Ιππότη που ξέπεσε. Ίσως να κρυφτώ στη σκιά τους, Λαύος. Και εκεί ακριβώς κάτω απ’ τη μύτη σου, να δεις που δε θα με πάρεις καν μυρωδιά.» Ο Γκριμ χαμογέλασε σαρδόνια και τα δόντια του άστραψαν στη αχνή φεγγοβολιά. Κάτι ακόμη άστραψε, όμως μέσα στις σκιές απ’ την πλευρά του ψηλού άντρα. Ο αέρας σκίστηκε στα δυο και το χρυσό λεπίδι έφτασε ένα μονάχα χιλιοστό πριν το λαρύγγι του γυρολόγου. Ο Γκριμ κατάπιε ξερά. Παγωμένος ιδρώτας μούσκεψε τα πυκνά φρύδια του και πνιχτά, άρχισε να ψιθυρίζει:

«Θα… θα μας σκοτώσεις τώρα, Εσταμαρίν; Δεν σε υπολόγιζα για τόσο ανόητο…»

«Τι να μ' εμποδίζει άραγε, γερο Γκριμ; Ένας πρώην Ιππότης και ένα σκουλήκι λιγότερα στην Αντάκρη. Μολύνεις τον αέρα και μόνο που αναπνέεις.»

«Κι αν σου πω, κάτι που δεν ξέρεις…;» συνέχισε ο Γκριμ απεγνωσμένα.

Το λεπίδι έγειρε, άλλαξε απόχρωση στο φως και ο Λαύος το έμπηξε στο κενό της πέτρας ανάμεσα στα πόδια του. Ένας τραγουδιστός ήχος ακούστηκε σαν να κελάρυζε κατευθείαν μες από τη γη.

«Μίλα, όσο έχεις ακόμη το χρόνο και τη γλώσσα σου.» ακούστηκε προστακτικά η φωνή του.

«Ο Πέτρος Λ. Βορόνιν, έρχεται απ’ το Άμπεροτ. Ήμουν εκεί για τρεις μέρες. Και το έμαθα, ναι! Οι γελοίοι τσαρλατάνοι της Γκριμόριεν, τονε στέλνουν για να σας βοηθήσει. Αυτός που ξέρεις και ο ποιητής φανφάρας, ο Ησύχιος.»

«Ο Βορόνιν; Έρχεται εδώ;» είπε με ελπίδα ο Λαύος.

«Αυτός, ναι… ο κοτρονολόγος.»

«Αν η γλώσσα σου δεν είχε πει αυτά τα λόγια, θα στην έκοβα ευχαρίστως Κόρβους. Αλλά φαίνεται ξέρεις καλά πώς να παρατείνεις τη βρωμερή σου ύπαρξη για λιγάκι παραπάνω τη φορά.»

«Έτσι φαίνεται…» συμφώνησε ο Γκριμ και χαμογέλασε αινιγματικά.


Ξαφνική οχλαγωγία διέκοψε την ησυχία και έκανε το σκοτάδι να απλώσει γύρω τους. Ήχοι από ατσάλινες μπότες και καρφιά που έπεφταν σαν κεραυνοί στο λιθόστρωτο.

«Κραταιοί!» διαπίστωσε με τρόμο ο Λαύος. «Κρύψου…» ψιθύρισε στον Κόρβους. Εκείνος μεμιάς έβγαλε ένα σακούλι κάπου απ’ το πανωφόρι του και το άνοιξε διάπλατα. Η σακούλα σάλεψε για λίγο και σαν ο Κόρβους να ήταν νερό τον κατάπιε και έπεσε κάτω με ένα αχνό ‘θουμπ’. Ο Λαύος την άρπαξε και την έδεσε στη ζώνη του. Τράβηξε την κουκούλα της χούπελαντ στο κεφάλι του και ρίχτηκε σε μια γωνία του τοίχου. Έβγαλε το σπαθί του και ψιθύρισε μια παράξενη κουβέντα, «Ελόνιον Αν Τέλυνερ». Το ξίφος άρχισε να αλλάζει. Σιγά σιγά μέσα σε μια έκλαμψη χρυσού φωτός μεταμορφώθηκε σε άρπα. Μια περίτεχνα σκαλισμένη και γλυκόηχη άρπα. Σαν να μην είχαν ποτέ αδράξει σπαθί, τα χέρια του Λαύος άρχιζαν να χαϊδεύουν το μαγεμένο όργανο και αυτό με τη σειρά του απελευθέρωσε μια καμπανιστή μελωδία στο σκοτεινό σοκάκι που γέμισε με μουσικό φως. Οι μπότες ξανακούστηκαν για άλλη μια φορά να βροντοχτυπούν στις πέτρινες πλάκες και ένας αλλόκοτος συρφετός από σίδερο και μαύρες κελεμπίες ξεπρόβαλλε απ’ τη γωνία. Μέσα στο σκοτάδι ο Λάυος μπόρεσε να δει κόκκινα μάτια να τον παρακολουθούν διεξοδικά. Μηχανικά, σχεδόν αλλοπρόσαλλα η μια σκοτεινή φιγούρα άρχισε να τον πλησιάζει. Κάθε ίχνος ευτυχίας δραπέτευσε απ’ το στενό σοκάκι και η άρπα άρχισε να τρεκλίζει, η μελωδία γινόταν κακόφωνη και ενοχλητική. Άκουγε την ανάσα του τώρα, μύριζε τη σκουριασμένη του οσμή. Ο Λαύος συγκράτησε με βία ένα πνιγηρό βογκητό, καθώς τον πλησίαζε ο Κραταιός, αλλά συνέχισε να παίζει. Εκείνος ζύγωνε απειλητικά μη δίνοντας σημασία στη μουσική που χανόταν ολοένα και περισσότερο. Ήχοι σαν γρανάζια που τρίβονται μεταξύ τους ακούγονταν σε κάθε του βήμα και κίνηση του εφιαλτικού πλάσματος, ώσπου η μουσική έσβησε τελείως και τώρα μόνο ένα επίπονο βουητό πλανιόταν στον αέρα. Ένα βουητό αναμεμειγμένο με ένα βρωμερό αναφιλητό από κάποιο ανείπωτο κακό. Ένας ήχος που όμοιος του δεν έχει ακουστεί. Η καρδιά του Κραταιού, χτύπαγε σαν μηχανή. Μια καρδιά που για να μένει πάντα σε κίνηση χρειαζόταν φρέσκο αίμα. Η περιφορά τους αυτόν το σκοπό είχε και ο Λαύος αυτό ακριβώς φοβόταν, την καθημερινή Εκκαθάριση των Κραταιών. Έβγαιναν σε περιπολίες κάθε νύχτα και όποιον έβρισκαν στους δρόμους που δεν ταίριαζε με τους καταλόγους τους ή που είχε παραβεί κάποιον νόμο του Αλφόνσου τον Εκκαθάριζαν… δηλαδή τον σκότωναν παίρνοντάς του το αίμα για τη δική τους ανίερη χρήση.

Ο ζοφερός Κραταιός πλησίασε την κουκουλωμένη φιγούρα που έτρεμε ελαφρά, αν και δεν είχε κρύο στην Νελ Όντιελ. Το χέρι του πρόβαλε κάτω απ’ το μανδύα και έσφιγγε ένα γαμψό μαχαίρι μ’ ένα αιχμηρό αγκίστρι στην άκρη του. Η ανάσα του ακουγόταν απάωθρωπη, σχεδόν τερατώδης σαν βρυχηθμός κάτω από τη σιδερένια μάσκα. Τα μάτια του έκαιγαν σαν φωτιά. Δυο κατακόκκινες βούλες που ερευνούσαν αδιάκοπα.

«Κάνε γνωστό το όνομά σου, στο Βασιλιά.» ακούστηκε μια φιμωμένη φωνή κάτω απ’ τη μάσκα. Ακουγόταν απόμακρη και βαθιά, σαν να έβγαινε από μιαν άλλη διάσταση.

«Λαύος… Έσταμαρίν.» απάντησε τρομαγμένα η φιγούρα και άρχισε να σέρνεται προς τα πίσω σπρώχνοντας τα πόδια του.

Με μια απροσμέτρητα γρήγορη κίνηση ο Κραταιός τίναξε το μαχαίρι του και το αγκίστρι πετάχτηκε σαν σαΐτα. Με ένα μεταλλικό ήχο που έκανε τη ραχοκοκαλιά του Λαύος να ανατριχιάσει καρφώθηκε στον τοίχο. Μια αλυσίδα που έσταζε ακόμη αίμα το ένωνε με το μαχαίρι.

«Μην κουνιέσαι Εσταμαρίν. ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΣ ΤΟΝ ΝΟΜΟ 19 ΠΕΡΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ. Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΕΙΝΑΙ, ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ.»

Η φωνή ακούστηκε απόλυτη και φρικιαστική. Ο Λαύος ένιωσε να χάνει τη γη κάτω απ’ τα πόδια του. Δεν είχε παρά μόνο ελάχιστο χρόνο να αντιδράσει.

Σηκώθηκε αργά κρατώντας την άρπα απ’ το σώμα της ενώ με το δείκτη χάιδευε απαλά μια χορδή της.

«Όπως προστάζει ο Βασιλιάς. Είμαι παράνομος και αξίζω τον θάνατο.»

Ο Κραταιός πλησίασε τραβώντας το αγκίστρι απ’ τον τοίχο και σήκωσε το μαχαίρι. Με το άλλο του χέρι ξεσκέπασε το στέρνο του απ’ το μανδύα και κάτι το σιχαμερό σάλεψε μέσα απ’ τα συραμμένα σπλάχνα του. Ένας μακρουλός μυζητήρας πρόβαλλε σαν τρίτο χέρι και με ένα απαίσιο κροτάλισμα πετάχτηκε απ’ το μπλαβί στήθος του. Είχε δύο σειρές κοφτερά δόντια για να ξεσκίζει σάρκες και μύριζε νεκρό αίμα.

«Ελόνιον Αρέθα, Νάνιμα! Νάνιμα!» Πρόλαβε να φωνάξει ο Λαύος και η άρπα τινάχτηκε στον αέρα. Για ελάχιστο χρόνο αιωρήθηκε πάνωθέ τους και άλλαξε, έγινε πάλι ξίφος κι ύστερα ένα ξυράφι φωτός ξεπήδησε απ’ τη χρυσαφιά του κόψη. Έπεσε με δύναμη πάνω στον μυζητήρα και τον χώρισε απ’ το σώμα του φύλακα με ένα καίριο χτύπημα. Ένα κροτάλισμα και ένα μουγκρητό από μέρος του Κραταιού που σωριάστηκε κάτω μέσα σε φρικτούς πόνους και μετά μια φωτεινή καταιγίδα ξεχύθηκε απ’ το σπαθί. Αργά και επιβλητικά το υπέρλαμπρο ξίφος έγινε ένα με το χέρι του Λάυος. Κύματα φωτός εξοβέλισαν τους Κραταιούς που πάσχιζαν να ξεφύγουν απ’ την πρωτόγνωρη λαμπρότητα. Γνώρισαν τον τρόμο για πρώτη τους φορά. Έτρεξαν να κρυφτούν μακριά απ’ το κουφάρι του συμμάχου τους. Πίσω στα υπόγεια λαγούμια τους, εκεί όπου ύστερα θα έδιναν αναφορά στο Στρατηγό τους και εκείνος με τη σειρά του, στον ίδιο τον Αντιβασιλιά Αλφόνσο.

Και τότε, όταν το φως υποχώρησε, όταν η ησυχία επανήλθε, ο Λαύος ένιωσε τον πιο βαθύ φόβο. Είχε σκοτώσει έναν Κραταιό. Είχε διαπράξει το μεγαλύτερο έγκλημα που κάποιος ήταν ικανός να διαπράξει στη δέσμια Νελ Όντιελ. Ο Αλφόνσος θα το μάθαινε πολύ σύντομα. Ίσως και να το ήξερε ήδη. Οι Κραταιοί θα ξανάρχονταν για κείνον αλλά και για την Αντίσταση. Η αφορμή είχε δοθεί. Ήξερε ότι η πράξη του θα οδηγούσε σε μια αλυσιδωτή αντίδραση αντιποίνων από το Ενάλιον και δεν ήταν έτοιμοι ακόμη… Ήθελε κι άλλο χρόνο. Χρειαζόταν εγγυήσεις που δεν είχε. Και προπαντός έπρεπε να προστατευτεί η πριγκίπισσα.

Έπρεπε να δράσει… να δράσει γρήγορα.



15/6/09


Ο Πόλεμος των Εποχών


Αυτή η εικόνα προέρχεται απ' το εσωτερικό της «Μάγισσας του Μπιλθόρ» και απεικονίζει στο πάνω μέρος της τις τέσσερεις θεότητες-Εποχές της Αντάκρης.
Αν και καθαρά μυθικός ο Πόλεμος των Εποχών ασκεί ακόμη γοητεία στους Αντακριανούς. Αυτήν την ιστορία τη λένε και την ξαναλένε παντού στην Αντάκρη προς τέρψη όλων των ακροατών.
Αυτό ακριβώς κάνει και η Ευγενία στη «Μάγισσα του Μπιλθόρ», με τους φίλους της, περπατώντας στον Βόρειο Δρόμο, μακριά απ' το Αλογοχώρι και βαθιά μέσα στο δάσος Αιθέριον. Τους λέει μια ωραία ιστορία...


ΜΜ

31/5/09

Ο Κόσμος της Αντάκρης





Ο Κόσμος της Αντάκρης εκτείνεται για χιλιάδες χιλιόμετρα απο ανατολή σε δύση καθώς και από βορρά προς νότο.
Στα δυτικά άκρα της Αντάκρης δεσπόζει η γή της Αριζάν, μία απέραντη έρημος με ανεξερεύνητα και επικίνδυνα εδάφη. Το δάσος Ντίμνολ αποτελεί φυσικό σύνορο της Αριζάν με τα δυτικά βασίλεια της Νελ Όντιελ και του Μιραβάλ, τις δύο λαμπρές Καστροπολιτείες. Στην Ανατολή η ήπειρος Λοσάντρια «αγκαλιάζει» τα κατεχόμενα εδάφη της Ποταμίας και το Προγονικό Βασίλειο της Βολντάνια, ενώ συνορεύει με τη σκιερή Ελεκέν, την απαραβίαστη γη του σκοτεινού (κατα πολλούς) Άρχοντα Ωχρόφαιου. Η Ελεκέν -τόπος εξορίας και βασανιστηρίων- ρίχνει τη σκιά της σε όλη την Ανατολή, ενώ αποτελεί και δίοδο προς το βόρειο πεδίο του Αναγκόριοθ και απο εκεί προς τις Εσχατιές του Κόσμου. Εκεί, στον μακρινό βορρά όπου κανείς άνθρωπος δεν έχει ταξιδέψει, σύμφωνα με το θρύλο, υπάρχει το ανάκτορο του ίδιου του Άρχοντα Νυχτοπόρου. Παγωμένο και απρόσιτο, άλυτο μέσα στους αιώνες, προστατευμένο απ' τους Πρώτους, τους τρομερότερους υπέρμαχους του σκότους, δεσπόζει στο φαράγγι της Απόκοσμης Ηχούς, το Άδρας Χιάουρ.
Αντίθετα, στον Νότο, φυλλώνει και ανθίζει απ' αρχής κόσμου το πολυθρύλητο δάσος Ιμάιαλ. Το παλιό σπίτι των Άθουιλ, της αρχαιότερης φύλης του κόσμου. Μυστήριο καλύπτει κι αυτόν τον τόπο, που η ιστορία του είναι περιπλεγμένη τόσο με τον μύθο, όσο και τα κλαδιά της δασοροφής του.

Η μεγάλη Θάλασσα Κυάνια που ενώνει όλες τις εσωτερικές ακτές της Αντάκρης είναι η εμπορική κοιτίδα της Αντάκρης. Για αμέτρητα χρόνια τώρα θαλασσοπόροι απ' όλη την οικουμένη χρησιμοποιούν αυτόν τον γαλάζιο παράδεισο για εμπόριο, αλιεία, ταξίδια εξερεύνησης και περιπέτειας και όχι μόνο.
Η Θάλασσα Κορρόνια που ενώνεται με τον Μεγάλο Ανατολικό Ωκεανό, είναι κατα το μεγαλύτερο μέρος της ανεξερεύνητη, μυστηριώδης κι επικίνδυνη.

Βέβαια αυτός ο μακροσκοπικός χάρτης της Αντάκρης μόνο ελλιπής μπορεί να χαρακτηριστεί, διότι με τη χρήση ενός νοητού μικροσκοπίου θα μπορούσαμε να «δούμε» σε μικρότερη κλίμακα, να ξεπετάγονται πάνω του μικρές πόλεις, χωριά, δάση, λαγκάδια, λόφοι, μικρά βουνά, κάστρα, παλιά οχυρά, ιεροί τόποι, αρχαία μνημεία και ερείπια, δρόμοι, ιδιαίτεροι φυσικοί σχηματισμοί και τόσα άλλα.

Αυτό είναι ένα ευρύ παράθυρο ας το πούμε έτσι, στην Αντάκρη. Μια κρυφή, πρώτη ματιά...

Σας εύχομαι καλό ταξίδι!

Εγκάρδιους χαιρετισμούς
Μενεστρέλ του Μιραβάλ


30/5/09

Τα Χρονικά της Αντάκρης
Η Μάγισσα του Μπιλθόρ


Οι Ήρωες

Μερικά απ' τα προσχέδια των τριών βασικών χαρακτήρων της ''Μάγισσας του Μπιλθόρ'' (εκδόσεις Μίνωας 2009). Δια χειρός Μάνου Λαγουβάρδου.


Η Ευγενία Βασιλικού με την ποδιά της Προτύπου Σχολής «Η Αγία Σουλπικία.»


«...κρεμασμένη ψηλά, μια μακρόστενη, μεταλλική επιγραφή, έγραφε: Πρότυπος Σχολή «Η Αγία Σουλπικία» «Πίστευε και μή ερεύνα.» Η Ευγενία ένιωσε προσβεβλημένη. Τίποτα δεν την ενοχλούσε περισσότεο απ' το να μην ξέρει. Κάτι της έλεγε πως δε θα της άρεσε πολύ αυτή η σχολή. Το λεωφορείο είχε παρκάρει έξω απ' την κεντρική δίφυλλη είσοδο του σχολείου και τα παιδιά κατέβαιναν σιωπηλά και πειθαρχημένα το ένα πίσω απ' τ' άλλο. Βημάτιζαν στοιχισμένα με τα δεξιά τους χέρια στους ώμους των μπροστινών τους και φορούσαν καθαρές άσπρες ποδιές με άσπρα πέτα...»

Τα Χρονικά της Αντάκρης: Η Μάγισσα του Μπιλθόρ
σελ.285-286
  • Ο Τίμοθυ Πάρκερ πριν χάσει την Χούπελαντ* του.
*Χούπελαντ: ένας φαρδύς και ζεστός μανδύας για τον χειμώνα.
Συνηθίζουν να τον φορούν οι λόγιοι και οι μάγοι της Δύσης.


«... -Μια χούπε-τι; ρώτησε η Ευγενία. Και τι είναι τα ρεν; -Λεφτά, τα ρεν είναι χρήματα και η χούπελαντ...Οχ! Η χούπελαντ μου! θυμήθηκε ξαφνικά ο Τίμοθυ. Κίρσι, ξέχασα τη δικιά μου πίσω στο μαγαζί του Γκυγιώμ Κοκκινομύτη. -Ααα, τι κρίμα! Είμαι σίγουρη πως θα ξέχασε επίτηδες ότι την είχες πληρώσει και, μόλις πας πίσω για να τη ζητήσεις, θα σου πει ότι την πούλησε ξανά κατα λάθος. Μην ανησυχεις, όμως, ακόμη κάνει αρκετή ζέστη. Αν χρειαστεί θα σου δανείζω τη δικιά μου, γέλασε η Κίρσι. Ο Τίμοθυ βόγκηξε απογοητευμένος. -Και μου άρεσε τόσο το χρώμα!...»

Τα Χρονικά της Αντάκρης: Η Μάγισσα του Μπιλθόρ
σελ. 97

  • Η Κίρσι Τάννερ ετοιμάζεται να αμυνθεί με τη βοήθεια του Τόξου της


«...Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η χορδή του τόξου της Κίρσι να τραγουδάει και μια μυτερή σαΐτα έσκισε τον άερα και καρφώθηκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του φιδιού διαπερνώντας το πέρα για πέρα.
- Ναι! φώναξε η Ευγενία καθώς το φίδι έπεφτε άψυχο μπροστά της ελευθερώνοντας το στενό μονοπάτι...»

Τα Χρονικά της Αντάκρης: Η Μάγισσα του Μπιλθόρ
σελ. 386




Τα δικαίωματα των εικόνων ανήκουν στον Μάνο Λαγουβάρδο
Τα δικαίωμα του κειμένου στον Μενεστρέλ του Μιραβάλ

Ένας χρόνος πέρασε από τότε που υπαγόρευα την τελευταία ανάρτηση σε αυτό το blog. Ωστόσο δεν έμεινα άπραγος όλον αυτόν τον καιρό.
Πέρα απ' τη διαμάχη μου με τις δυνάμεις του σκότους στην Αντάκρη και τη συνεχή μου μετακίνηση από χώρα σε χώρα, φρόντισα η ιστορία της Ευγενίας να φτάσει εγκαιρα στο τυπογραφείο.


Αν και κουρασμένος, είμαι ιδιαίτερα περήφανος γι' αυτό το πρώτο βήμα που τιμά τον εκδότη του προκαταβολικά.
Ελπίζω η συνέχεια της ιστορίας να γίνει γνωστή σύντομα, καθώς οι ανατροπές συνεχίζονται μεταξύ των δύο κόσμων. Η ασημένια χορδή που τους ενώνει πάλλεται και εναντιώνεται σε κάθε τι παλιό και ξεπερασμένο...

Μενεστρέλ του Μιραβάλ

13/5/08


Εδω ένας νεαρος Τίμοθυ Πάρκερ. >

Επιδοξος μάγος και νυν ταχυδακτυλουργός, σ αυτό το σκίτσο, ακόμη χωρίς κανένα διακριτικό του μοχθου του.
Επιστρέφει ξανά ένα πρωί του Βάλαχαρ (ο δεύτερος καλοκαιρινός μήνας της Αντάκρης - σύμφωνα με το ημερολόγιο των Δυτικών Καστροπόλεων), στο σπουδαστήριο της Γκριμόριεν, στο Άμπεροτ.

Πολλές εκπλήξεις τον περιμένουν ωστόσο... Πράγματα που χάθηκαν, υπερήλικες μάγοι με κρίσεις προσωπικότητας, ένα παιχνίδι με τράπουλα κι ενα αντίπαλον δέος από τα παλιά.
Πόσο μπορείτε να περιμένετε για να μαθετε;

Η συνέχεια της έρευνας σε λίγες μέρες...

(Φήμες κυκλοφορούν σχετικά με την ύπαρξη ενός πολύ συγκεκριμένου τρολ (!) καιθώς και για την ανάμειξή του στην ιστορία μας. Προσοχή! Ουδεμία ευθύνη φέρω αν προκληθεί κάποιος απρόβλεπτος πανικός στις τάξεις των αναγνωστών μου.)

ΜΜ

1/5/08

Ράφλγκαφ
(ή το τρολ στο τρόλει)

Μια ιστορία του Τίμοθυ Πάρκερ
απ’ τις πρώτες περιπέτειες του στην Αντάκρη


Δυο λόγια για τον Τίμοθυ.

Ο Τίμοθυ Πάρκερ, είναι ένα αγόρι απ’ το Λονδίνο. Από μικρός ήταν πολύ έξυπνος και ταλαντούχος σε πολλά πράγματα. Είχε ιδιαίτερη τάση στην μάθηση και στο διάβασμα γενικότερα, ήξερε να παίζει φλάουτο και έλυνε δύσκολους γρίφους γι’ αστείο.
Ο Τίμοθυ, όπως όλα τα παιδιά στα έντεκα τους ονειρευόταν συχνά όταν κοιμόταν. Σε αντίθεση με όλα τα παιδιά της ηλικίας του όμως, ο Τίμοθυ κατείχε κι ένα σπάνιο χάρισμα… ήταν Ονειροβάτης. Μπορούσε αυθόρμητα να κάνει ένα «άλμα» κατευθείαν μέσα στα όνειρα του. Και για φανταστείτε… σύντομα ανακάλυψε πως μέσω του χαρίσματος του αυτού μπορούσε να ζει δυο εντελώς διαφορετικές ζωές… τη μία στην Αγγλία ως μαθητής σ’ ένα τυπικό, βαρετό σχολείο και την άλλη σε έναν φανταστικό κόσμο ως μάγος της πρώτης συνομοταξίας.
Ότι γνωρίζω για εκείνον το έμαθα από ένα κείμενο, με τον τίτλο «Το ημερολόγιο της Ευγενίας Βασιλικού» που εξιστορεί τις έξι μεγάλες περιπέτειές του με τις φίλες του, την Ευγενία και την Κίρσι σε μια παράξενη διάσταση με το όνομα Αντάκρη.
Για την Αντάκρη γνωρίζω πολλά μιας και είμαι πια μέρος της, άλλα ό,τι έχει αρκετή σημασία γι’ αυτόν τον κόσμο συνοψίζεται υπέροχα σε αυτό το μικρό ποίημα που έγραψε και μου χάρισε κάποτε ένας φίλος μου.

Δώδεκα της πλάσης οι πλευρές
Δώδεκα της εκλεκτής τα χρόνια
Δώδεκα τ’ αστέρια τυχερά
που δώδεκα έχουν κόσμους…

Αντάκρη στέκει μακρινή
Απέναντι απ’ την Άκρη.
Και σ’ όνειρα καβάλα έρχονται
πάμπολλοι επισκέπτες…

Και ποιος θαρρεί πως ξέρει;
Ποιος άραγε θα μάθει;
Τι μέλλουνε να κάνουνε,
όλοι αυτοί στο χρόνο;

Δώδεκα της πλάσης οι πλευρές
Δώδεκα της εκλεκτής τα χρόνια
Δώδεκα τ’ αστέρια τυχερά
που δώδεκα έχουν κόσμους…




*
* *

«Όχι.. δε νομίζω… Ή μάλλον, δε βαριέσαι… σπάνια βρίσκεις ένα καλό στιγμιαίο ταξίδι για… πόσο είπαμε πάλι;» ρώτησε σκεπτικός ο Τίμοθυ Πάρκερ κοιτάζοντας την μεγάλη καραμέλα που έμοιαζε με γλυκάκι τσάρλεστον.
«Τρία ρεν, κοψοχρονιά…» απάντησε ο νόκερ-πωλητής τακτοποιώντας το καλάθι με την πραμάτεια στους μικροκαμωμένους ώμους του. Οι δυο τους είχαν συναντηθεί στην κεντρική αγορά του Αμπερότ που βούιζε απ’ την πολυκοσμία εκείνη την ώρα.

Τώρα πρέπει κανείς να γνωρίζει πως το Αμπερότ είναι η τελευταία πόλη των μάγων στην Αντάκρη, (αν και έμοιαζε περισσότερο με καστρόπολη, δηλαδή μια περιφραγμένη πόλη). Επίσης πρέπει να ξέρουμε, για την ιστορία, ότι η Αντάκρη είναι ο τελευταίος απ’ τους δώδεκα κόσμους και πως κι εκεί σχεδόν όλοι πληρώνουν τα αγορασμένα με πολύτιμους λίθους, που είναι για τους Αντακριανούς ό,τι ακριβώς είναι τα χρήματα για εμάς. Και οι νόκερς επομένως τα υπολογίζουν σοβαρά. Ίσως πολύ σοβαρά μερικές φορές.
Οι νόκερς είναι περιβόητοι έμποροι που συνήθως ζουν σε υπόγειες πόλεις και δεν χάνουν ευκαιρία να συναναστρέφονται ανθρώπους. Ιδιαίτερα τους μάγους στο Αμπερότ που ενδιαφέρονται ως επί το πλείστον για τα αγαθά τους.
«Μμμ… τρία ρεν ε; Λίγο περισσότερα απ’ όσα ξοδεύω συνήθως σε τέτοια αντικείμενα.» παραπονέθηκε ο Τίμοθυ.
«Ωωω, μα είναι ένα ιδιαίτερο ταξίδι, κύριε… αν μου επιτρέπεται…» αποκρίθηκε ο πωλητής διαισθανόμενος ότι ο νεαρός μάγος είχε αρχίσει να σκέφτεται την πιθανότητα να μην αγοράσει κάτι απ’ το καλάθι του.
«Για πού είπαμε ότι είναι;»
«Για την οδό της Αντήχησης στο νούμερο… εεε, μισό λεπτό, να το, στο νούμερο 399.» απάντησε ο μουσάτος νόκερ και του έδειξε το περιτύλιγμα της καραμέλας που είχε πάνω του γραμμένες τις οδηγίες με μικροσκοπικά γράμματα.
«Για την οδό Αντήχησης… μάλιστα. Όχι και πολύ μακριά από δω…κάπου εκεί κοντά αν δεν κάνω λάθος περνάει και η συγκοινωνία για το….»
«Για… ποιο;» ρώτησε ξαφνικά γεμάτος ενδιαφέρον ο νόκερ και τράβηξε την καραμέλα απ’ το χέρι του Τιμοθυ.
«Εεε, για την Γκριμόριεν, το σπουδαστήριο της συνομοταξίας μου.» είπε βιαστικά ο νεαρός μάγος. «Ξέρεις, τώρα που το σκέφτομαι, από έναν νόκερ είχα αγοράσει και το μαγικό μου ραβδί πέρυσι. Από τότε δεν έχω καταφέρει να ολοκληρώσω ούτε μια γητειά.» άλλαξε τελικά θέμα.
«Δεν ξέρω τι εννοείτε κύριε…» απάντησε θιγμένος ο νόκερ και πήρε ύφος επαγγελματικό. «Τα δικά μου αντικείμενα είναι ελεγμένα και η χρησιμότητα τους είναι εγγυημένη. Δεν ξέρω ποιος από μας σας πούλησε το ραβδί, αλλά αποτελεί δυσφήμιση για την ποιότητα των εμπορευμάτων μας. Αγοράστε αυτό το ταξίδι και αν δεν σας ικανοποιήσει, να μη με λένε Πήτερ Ρούμπινο! Ορίστε σας κάνω κι έκπτωση, ένα ολόκληρο ρεν!»
«Ας είναι. Θα το αγοράσω.» Ο Τιμοθυ έβγαλε από το πουγκί του δυο θαμποπράσινα πετραδάκια και τα πέταξε στον Ρούμπινο. Εκείνος τ’ άρπαξε στον αέρα ενώ από μια τσέπη του εμφάνισε ένα χρυσό μονόκλ. Το φόρεσε, εξέτασε τα ρεν και κατόπιν τα έχωσε στην τσέπη του. Ικανοποιημένος, ευχαρίστησε, το μάγο, έκανε μια παρωδία υπόκλισης κι εξαφανίστηκε μέσα στον κόσμο.
Ο Τίμοθυ έβαλε το στιγμιαίο ταξίδι σε μια τσέπη της χούπελαντ που φορούσε. Την τύλιξε γερά πάνω του και κοίταξε τον κεντρικό δρόμο του Αμπερότ. Στο βάθος διέκρινε τον ολόλευκο Πύργο του Νεύτωνα, στα δεξιά του την κατάφυτη περιφέρεια της σχολής Γκριμόριεν και αριστερά του την πυκνοχτισμένη περιοχή των Ελεύθερων Πολιτών με το παλιό Δημαρχείο.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και φόρεσε την κουκούλα της χούπελαντ του.
«Σπίτι ξανά…» μονολόγησε ευχαριστημένος.


Συνεχίζεται….


Μενεστρέλ του Μιραβάλ

23/4/08